ENG

Κύπρος

A A

Στις 18-20 Απριλίου 2018 οργανώθηκε από το Υπουργείο Γεωργίας, Αγροτικής Ανάπτυξης και Περιβάλλοντος Κύπρου στη Λεμεσό, ο 11ος Κυπριακός Διαγωνισμού Οίνου, στον οποίο είχα την τιμή να προσκληθώ σαν κριτής. Ήταν η πέμπτη φορά που συμμετείχα στον συγκεκριμένο διαγωνισμό, ο οποίος εντάσσεται σε μια σειρά δράσεων και πρωτοβουλιών με απώτερο σκοπό τη δημιουργία συνθηκών για την ποιοτική αναβάθμιση και τη βελτίωση της ανταγωνιστικότητας των οινικών προϊόντων της χώρας. Το αποτέλεσμα που εισπράξαμε ήταν για ακόμη μία χρονιά ενθαρρυντικό! Ανατρέχοντας δε στο προφίλ των Κυπριακών κρασιών της τελευταίας δεκαετίας, θα διαπιστώσουμε ότι τα βήματα είναι… άλματα!


Η σύνδεση της Κύπρου με την παραγωγή κρασιών ποιότητας από αρχαιοτάτων χρόνων, αποδεικνύεται και με το χαρακτηρισμό Ασπελιά, που αποτελεί την παραλλαγή της προσωνυμίας Αμπελιά. Θα ήταν δε παράλειψη εάν δεν αναφέραμε ότι οι αμπελώνες της Κύπρου είναι από τους ελάχιστους σε παγκόσμιο επίπεδο που δεν έχουν προσβληθεί από φυλλοξήρα, διατηρώντας έτσι αναλλοίωτα τους γενετικούς αμπελουργικούς χαρακτήρες.
Παλαιότερα, ωστόσο, η παραγωγή του κυπριακού κρασιού επικεντρωνόταν σε 4 μεγάλες μονάδες, οι οποίες -πέραν των συγκεκριμένων προϊόντων που παρουσίαζαν στον καταναλωτή- μεγάλες ποσότητες κρασιού που παρήγαγαν τις διοχέτευαν στο εξωτερικό σε χύμα μορφή.
Μετά το 2004, με την ένταξη στην Ε.Ε., παρατηρείται μια σταδιακή μείωση της έκτασης των αμπελώνων και της παραγωγής, η οποία, συνοδεύεται από ποιοτική αναβάθμιση των κρασιών. Οι επαγγελματίες οινοποιοί, οι οποίοι έχουν ξεπεράσει τους 50, διατηρώντας μικρότερες μονάδες μέσα σε χωριά -οπότε υποστηρίζοντας και την αγροτική ανάπτυξη- για να διασφαλίσουν τις επενδύσεις τους, φτιάχνουν τα δικά τους αμπέλια.

Οι ποικιλίες
Όσον αφορά στις λευκές ποικιλίες που θα συναντήσει κάποιος στην Κύπρο, από τις γηγενείς μεγάλο ενδιαφέρον παρουσιάζει το Ξυνιστέρι (καλλιεργείται σε έκταση 2.200 εκταρίων). Οι σωστές καλλιεργητικές φροντίδες και η προσεκτική οινοποίησή του έχει οδηγήσει στην παραγωγή δροσιστικών, όλο φρεσκάδα, λεμονάτο χαρακτήρα και νύξεις μεταλλικότητας κρασιών.
Πιο σπάνιες και ψαγμένες οι Μοροκανέλα, Προμάρα, Σπούρτικο έδωσαν ενδιαφέροντα δείγματα σε πειραματικές οινοποιήσεις του Κλάδου Αμπελουργίας - Οινολογίας και δεν είναι λίγοι αυτοί που θεωρούν ότι υπό συνθήκες θα μπορούσαν να έχουν μια ενδιαφέρουσα πορεία.

Από τις ερυθρές το ανερχόμενο αστέρι είναι το Μαραθέφτικο (ή Βαμβακάδα στην περιοχή Πιτσιλιά). Με μικρή στρεμματική παρουσία (δεν ξεπερνά τα 120 εκτάρια έναντι του Μαύρου που φτάνει σχεδόν τα 6.000 εκτάρια) και με έντονα φαινολικά χαρακτηριστικά, χρησιμοποιείτο ευρέως για την ενίσχυση του πιο παραγωγικού Μαύρου στην ένταση του χρώματος. Μέχρι που διαπίστωσαν ότι θα μπορούσε να δώσει ένα κρασί με προσωπικότητα.
Αμπελουργικά το Μαραθέφτικο έχει μια γενετική ανωμαλία. Σε αντίθεση με το μεγαλύτερο ποσοστό των ποικιλιών, ανήκει στην σπάνια κατηγορία των μη-ερμαφρόδιτων, καθιστώντας έτσι τον πολλαπλασιασμό του πολύ δύσκολο. Η λύση έχει αναζητηθεί στη φύτευση γειτονικών πρέμνων Σπούρτικου, το οποίο εμφανίζει ημερολογιακά κοντινό βιολογικό κύκλο.
Από τις υπόλοιπες ερυθρές ποικιλίες, το Μαύρο βασιλεύει αμπελουργικά, ενώ τα Carignan, Mourvedre ή Mataro, Cabernet Sauvignon, Alicante Bouscet και Syrah δίνουν ανά παραγωγό πολύ καλά αποτελέσματα. Επόμενη ανερχόμενη εγχώρια ποικιλία αναμένεται να αναδειχθεί το βαθύχρωμο Γιαννούδι.

Κουμανταρία
Η Κουμανταρία, σήμα κατατεθέν της Κύπρου, έχει μακραίωνη ιστορία που συνδέεται άμεσα με την ιστορική διαδρομή της Μεγαλονήσου.
Το νησί, μετά την κατοχή του από τον Ριχάρδο τον Λεοντόκαρδο και τη μεταβίβαση του στους Ναΐτες σταυροφόρους, μετατρέπεται σε έδρα, αλλά και διαμετακομιστικό κέντρο από και προς τους Αγίους Τόπους. Η διοικητική του οργάνωση, γνωστή και ως Commanderie ή Commandaria, τον 12ο αιώνα έχει την έδρα της σ' ένα κάστρο δυτικά της Λεμεσού που σήμερα είναι γνωστό ως Κάστρο Κολοσσοί. Η συγκεκριμένη περιοχή, ιδιαιτέρα γόνιμη, αποτέλεσε την αμπελουργική βάση, που θα παντρευόταν με την τεχνογνωσία των σταυροφόρων, για την παραγωγή του γλυκού κρασιού Κουμανταρία. Στο πέρασμα των αιώνων, το κρασί έγινε γνωστό σε ολόκληρο τον μεσαιωνικό κόσμο και μέχρι και σήμερα κρατάει την πρωτοκαθεδρία της φήμης των Κυπριακών κρασιών.
Κρασί, συνεπώς, που έχει διαγράψει μια χωρίς προηγούμενο ιστορική διαδρομή, η Κουμανδαρία παράγεται από δύο γηγενείς ποικιλίες, το Μαύρο και το Ξυνιστέρι. Γλυκύς οίνος, χαρακτηρίζεται από υψηλή περιεκτικότητα σε αλκοόλη και αξιοσημείωτη πλούσια γεύση από φυσικά σάκχαρα, που προέρχεται αποκλειστικά από λιαστά σταφύλια.
Το 1990, στην προσπάθεια της ποιοτικής στροφής και της προστασίας της παράδοσης, αλλά και της προέλευσης, θεσπίζεται η Ονομασία Προέλευσης Κουμανταρία. Δικαίωμα παραγωγής σταφυλιών για την ονομασία προέλευσης έχουν 14 χωριά κι από αυτά ξεχωρίζουν τα: Άγιος Κωνσταντίνος, Άγιος Παύλος, Ζωοπηγή, Καλό Χωριό και Λουβαράς. Ο λόγος δεν είναι άλλος από τη χρήση της λευκής ποικιλίας Ξυνιστέρι σε μεγαλύτερο ποσοστό έναντι της ερυθρής Μαύρο, που δίνει πιο φινετσάτα χαρακτηριστικά. Το Ξυνιστέρι, λιγότερο παραγωγικό και με ιδιαίτερους οργανοληπτικούς χαρακτήρες, έχει σαφές πλεονέκτημα στην παραγωγή αναβαθμισμένης Κουμανταρίας.
Πρόσφατα χαιρετίσαμε και την καινούργια μη ενδυναμωμένη προσέγγιση του κλασικού γλυκού κυπριακού κρασιού, σε Κουμανταρίες που διαθέτουν υψηλή οξύτητα που καταφέρνει να ισορροπεί τη γλυκύτητα, φρεσκάδα αλλά και δυνατότητα παλαίωσης.


Εν κατακλείδι, η Κύπρος, μια μεσογειακή χώρα -κατεξοχήν τουριστικός προορισμός- με παράδοση αιώνων στην αμπελοκαλλιέργεια, έχει τις οινοποιητικές της μηχανές στο «πρόσω ολοταχώς», με στόχο να αναδείξει κρασιά με προσωπικότητα, μοντέρνα σε στυλ, που ικανοποιούν τις γευστικές ανάγκες του σήμερα. Η νέα γενιά των οινοποιών της, σε συνδυασμό με το σύνολο των επενδύσεων, είναι σίγουρο ότι θα φέρουν το ποθητό αποτέλεσμα.